Κακοκαιρία: και λοιπόν, κανονική μισθοδοσία.

Οι εργαζόμενοι που δεν κατάφεραν να προσέλθουν στην εργασία τους δικαιούνται κανονικά τις αποδοχές τους για τις ημέρες αυτές, αρκεί να έχει προηγηθεί τουλάχιστον δεκαήμερη εργασία στον εργοδότη τους.

Το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται όχι μόνο όταν η επιχείρηση λειτούργησε κανονικά και κάποιος εργαζόμενος δεν κατόρθωσε να μεταβεί στην εργασία του. Οι αποδοχές των ημερών αυτών οφείλονται από τον εργοδότη ακόμη και όταν η επιχείρηση δεν λειτούργησε.

Η διακοπή των συγκοινωνιών εξαιτίας της σφοδρής χιονόπτωσης και η επικινδυνότητα των δρόμων αποτελεί τυπική περίπτωση σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί, σύμφωνα με την καλή πίστη, τη μη παροχή της εργασίας.

Κατά το άρθρο 657 του Αστικού Κώδικα, αν ο εργαζόμενος εμποδίζεται να προσφέρει την εργασία του για σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του, διατηρεί την αξίωσή του στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει, εκτός της περίπτωσης που έχει απασχολήσει τον εργαζόμενο λιγότερες από δέκα ημέρες.

Είναι αδιάφορο αν ο σπουδαίος λόγος αναφέρεται στο πρόσωπο του εργαζομένου και γενικότερα στη δική του «σφαίρα» ή βρίσκεται έξω από την σφαίρα του π.χ. διακοπή των συγκοινωνιών (βλ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές σχέσεις, σελ.532).

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 657 του Αστικού Κώδικα για ανυπαίτια αδυναμία παροχής της εργασίας, το οποίο μαζί με το άρθρο 658 Α.Κ. καθιερώνουν για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εξαίρεση από τον κανόνα της κοινής απαλλαγής, που ισχύει για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (Α.Κ. 380).

Όσον αφορά στη λειτουργία της επιχείρησης από τον εργοδότη, η ασυνήθης χιονόπτωση όπως και μια κατακλυσμιαία βροχή δεν αποτελούν γεγονότα ανωτέρας βίας, με μία πιθανή εξαίρεση τις υπαίθριες εργασίες, όπου πρέπει να συνεκτιμηθούν όλες οι περιστάσεις, δεδομένου ότι δεν ήταν απρόβλεπτο γεγονός ούτε απολύτως ακαταμάχητο, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας, την οποία μπορεί να υπολογίσει ο εργοδότης.

Ο εργοδότης μπορούσε να εκτιμήσει την επερχόμενη και προαναγγελθείσα χιονόπτωση και να λάβει μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, όπως προβλέπει η Νομολογία, για να παραμείνει σε λειτουργία η επιχείρηση του, παρά τις δυσκολίες.

Το γεγονός ότι κάποιες επιχειρήσεις ήταν κλειστές οφείλεται κυρίως στην εκτίμηση των εργοδοτών ότι δεν θα υπήρχε επαρκής πελατεία ή (και) προσέλευση των εργαζομένων.

Ενδεχόμενη απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση για καταβολή του μισθού του εργαζομένου, του οποίου η εργασία προσωρινά ματαιώθηκε, καταλήγει, σε τελευταία ανάλυση, σε μετάθεση του κινδύνου, που από τη φύση της σύμβασης εργασίας (διάρκεια, προσωπική σχέση, διευθυντικό δικαίωμα), φέρει ο εργοδότης, στους ώμους του εργαζομένου.

Η επιθυμία όμως του νομοθέτη είναι αντίθετη και προβλέπει ρητώς ότι ο εργαζόμενος πρέπει να διατηρήσει σε τέτοιες περιπτώσεις τα μέσα για την συντήρηση του, ως εκδήλωση πρόνοιας γι’ αυτόν, με την αναγκαστικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα, λοιπόν και με το άρθρο 656, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, μη υποχρεούμενος σε παροχή της εργασίας σε άλλο χρόνο, δεδομένου ότι δεν θεωρούμε ότι η χιονόπτωση συνιστούσε γεγονός ανωτέρας βίας, που καθιστούσε για τον εργοδότη αδύνατη την αποδοχή της εργασίας από τον εργαζόμενο.